ἔναυρος

ἔναυρος, ον, ([etym.] αὔρα)
A exposed to the air, Thphr.HP8.11.6.
II ναυρος, epith. of Apollo, Hsch. [full] ἐναύρω· πρωΐ (Cret.), Id.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έναυρος — ἔναυρος, ον (Α) 1. ο εκτεθειμένος στην αύρα («χωρίον εὔπνουν καὶ ἔναυρον», Θεόφρ.) 2. (το αρσ. ως κύρ. όνομ.) Ἔναυρος ένα από τα επίθετα τού Απόλλωνος …   Dictionary of Greek

  • ἔναυρος — exposed to the air masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναύρω — ἔναυρος exposed to the air masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἔναυρος exposed to the air masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔναυρον — ἔναυρος exposed to the air masc/fem acc sg ἔναυρος exposed to the air neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.